rudesby
ru
ˈru:
roo
des
dɛs
des
by
bi
bi

Ορισμός και σημασία του "rudesby"στα αγγλικά

01

αγροίκος, αγενής

a person rude, ill-mannered, or boorish 
rudesby definition and meaning
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rudesbies
Παραδείγματα
The rudesby pushed past everyone without apology. 

Ο αγενής πέρασε σπρώχνοντας όλους χωρίς συγγνώμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store