pyramidiot
py
ˈpɪ
pi
ra
ra
ra
mi
ˌmɪ
mi
diot
dɪət
diet

Ορισμός και σημασία του "pyramidiot"στα αγγλικά

01

πυραμιδιώτης, πυραμιδιώτης

a person foolishly believing in pyramid schemes, scams, or pseudoscience 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pyramidiots
Παραδείγματα
Only a pyramidiot invests in those scams. 

Μόνο ένας πυραμιδιώτης επενδύει σε αυτές τις απάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store