Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punkass
01
δειλός, αδύναμος
a person contemptible, cowardly, or weak
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
punkasses
Παραδείγματα
Quit hiding, you punkass, and face me.
Σταμάτα να κρύβεσαι, δειλέ, και αντιμετώπισέ με.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
punkass
punk
ass



























