potty mouth
po
ˈpɒ
po
tty
ti
ti
mouth
maʊθ
mawth

Ορισμός και σημασία του "potty mouth"στα αγγλικά

01

βρωμόστομα, αισχρολόγος

a person who swears excessively or uses coarse language 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potty mouths
Παραδείγματα
That potty mouth can't even say hello without cursing. 

Αυτό το βρώμικο στόμα δεν μπορεί καν να πει γεια χωρίς να βρίσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store