poopeater
poop
pup
poop
ea
i:
i
ter

Ορισμός και σημασία του "poopeater"στα αγγλικά

01

σκυτοφάγος, καταναλωτής κόπρου

a person described as consuming feces, used for extreme insult or humiliation 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
poopeaters
Παραδείγματα
That poopeater crawled into the joke uninvited. 

Αυτός ο καταναλωτής σκατών μπήκε στην αστείο χωρίς πρόσκληση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store