cold turkey
cold
ˈkəʊld
κεουλντ
tur
tɜ:
τερ
key
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "cold turkey"στα αγγλικά

cold turkey
01

μια κι έξω, απότομα

in a manner that is sudden, unexpected, and not gradual 
cold turkey definition and meaning
Παραδείγματα
He quit smoking cold turkey after the doctor warned him. 

Μετά την προειδοποίηση του γιατρού, έκοψε το κάπνισμα μια κι έξω.

01

αποχή, σύνδρομο στέρησης

an unpleasant state experienced by drug addicts as a result of sudden withdrawal of a habit-forming substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Last thing the comander needs is you giving him a cold turkey. 

Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ο διοικητής είναι να του προκαλέσεις απότομη στέρηση.

02

άμεση έκφραση, μιλώ ευθέως

a blunt expression of views 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store