Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cold sweat
01
κρύος ιδρώτας, ιδρώτας από φόβο
a state in which one sweats because of being really scared or anxious
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cold sweats
Παραδείγματα
Walking through the haunted house gave me a cold sweat.
Το περπάτημα μέσα στο στοιχειωμένο σπίτι με έκανε να ιδρώσω κρύο ιδρώτα.



























