Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cold sweat
01
κρύος ιδρώτας, ιδρώτας από φόβο
a state in which one sweats because of being really scared or anxious
Παραδείγματα
I broke out in a cold sweat after narrowly avoiding a car accident.
Έπαθα κρύο ιδρώτα αφού απέφυγα οριακά ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα.



























