mullethead
Pronunciation
/mˈʌlɪthˌɛd/

Ορισμός και σημασία του "mullethead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person
mullethead definition and meaning
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mulletheads
Παραδείγματα
The mullethead player missed easy shots.
Ο παίκτης βλάκας έχασε εύκολες βολές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store