lickspittle
lick
lɪk
lik
spi
spɪ
spi
ttle
təl
tēl

Ορισμός και σημασία του "lickspittle"στα αγγλικά

01

γλείφτης, κολακευτής

a servile, obsequious person who flatters those in power for personal gain 
lickspittle definition and meaning
επίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lickspittles
Παραδείγματα
The lickspittle assistant laughed at every bad joke the CEO made. 

Ο βοηθός κολακευτής γέλασε με κάθε κακό αστείο που έκανε ο CEO.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store