jizzcock
jizz
ˈʤɪz
jiz
cock
kɒk
kok

Ορισμός και σημασία του "jizzcock"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a contemptible or stupid person 
jizzcock definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jizzcocks
Παραδείγματα
The jizzcock spilled his drink and didn't clean it up. 

Ο τζίζκοκ έριξε το ποτό του και δεν το καθάρισε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jizzcock

jizz

+

cock

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store