jackhole
jack
ˈʤæk
jāk
hole
hoʊl
howl
/dʒˈakhəʊl/

Ορισμός και σημασία του "jackhole"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

an obnoxious, rude, or contemptible person
jackhole definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackholes
Παραδείγματα
She dated a jackhole who mocked her hobbies constantly.
Βγήκε ραντεβού με έναν ηλίθιο που χλεύαζε συνεχώς τα χόμπι της.

Λεξικό Δέντρο

jackhole

jack

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store