jackhole
jack
ˈʤæk
jāk
hole
həʊl
hewl

Ορισμός και σημασία του "jackhole"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

an obnoxious, rude, or contemptible person 
jackhole definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jackholes
Παραδείγματα
The jackhole blasted his music through the apartment walls at midnight. 

Ο ηλίθιος έσπασε τη μουσική του μέσα από τους τοίχους του διαμερίσματος τα μεσάνυχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jackhole

jack

+

hole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store