incester
in
ɪn
in
ces
ˈsɛs
ses
ter
attesterattestorsemesterarrester

Ορισμός και σημασία του "incester"στα αγγλικά

01

μοιχός, άτομο κατηγορούμενο για μοιχεία

a person accused of engaging in incest 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incesters
Παραδείγματα
The rumor spread that the creepy uncle was an incester. 

Διαδόθηκε η φήμη ότι ο ανατριχιαστικός θείος ήταν ασελγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store