horndog
horn
ˈhɔ:n
hawn
dog
dɒg
dog

Ορισμός και σημασία του "horndog"στα αγγλικά

01

εμμονικός με το σεξ, καυλωμένος

a person, usually a man, who is excessively lustful or obsessed with sex 
Dialectamerican flagAmerican
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
horndogs
αρσενικό ενικό
horndog
neutral form
sex-obsessed person
Παραδείγματα
The horndog kept staring at every woman in the gym. 

Ο λάγνος συνέχισε να κοιτάζει κάθε γυναίκα στο γυμναστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store