Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Headass
01
ηλίθιος, βλάκας
a stupid, foolish, or idiotic person
Dialect
American
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
headasses
Παραδείγματα
She laughed at the headass who mispronounced the word.
Γέλασε με τον ηλίθιο που προφέρει λάθος τη λέξη.
Λεξικό Δέντρο
headass
head
ass



























