headass
head
ˈhɛd
hed
ass
æs
ās
/hˈɛdas/

Ορισμός και σημασία του "headass"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or idiotic person
Dialectamerican flagAmerican
headass definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
headasses
Παραδείγματα
She laughed at the headass who mispronounced the word.
Γέλασε με τον ηλίθιο που προφέρει λάθος τη λέξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store