fuzznut
fuzz
ˈfəz
fēz
nut
nʌt
nat
/fˈʌznʌt/

Ορισμός και σημασία του "fuzznut"στα αγγλικά

01

ανόητος, βλάκας

a stupid or foolish person
fuzznut definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuzznuts
Παραδείγματα
She laughed at the fuzznut who mispronounced common words.
Γέλασε με τον ηλίθιο που προφέρει λάθος κοινές λέξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store