fuckweasel
fuck
ˈfʌk
fak
wea
wi:
vi
sel
zəl
zēl

Ορισμός και σημασία του "fuckweasel"στα αγγλικά

01

ύπουλος παλιάνθρωπος, περιφρονημένο πρόσωπο

a sleazy, sneaky, or contemptible person 
fuckweasel definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fuckweasels
Παραδείγματα
The fuckweasel salesman added hidden fees at checkout. 

Ο πωλητής fuckweasel πρόσθεσε κρυφές χρεώσεις κατά την ολοκλήρωση της αγοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store