fuckwaffle
fuck
ˈfʌk
fak
wa
vo
ffle
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "fuckwaffle"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or idiotic person 
fuckwaffle definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuckwaffles
Παραδείγματα
The fuckwaffle forgot to save the document before closing. 

Ο fuckwaffle ξέχασε να αποθηκεύσει το έγγραφο πριν το κλείσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store