dick mouth
dick
dɪk
dik
mouth
maʊθ
mawth

Ορισμός και σημασία του "dick mouth"στα αγγλικά

01

αναιδές στόμα, ασεβής φλύαρος

a loud-mouthed, obnoxious, disrespectful person 
dick mouth definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
dick mouths
αρσενικό ενικό
dick mouth
neutral form
loudmouth
Παραδείγματα
That dick mouth never listens and just keeps talking over everyone. 

Αυτό το μεγάλο στόμα ποτέ δεν ακούει και απλώς συνεχίζει να μιλάει πάνω από όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store