dickass
dick
dɪk
dik
ass
ɑ:s
aas
kick-ass

Ορισμός και σημασία του "dickass"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a contemptible, annoying, or foolish person 
dickass definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dickasses
Παραδείγματα
The dickass driver sped through the school zone. 

Ο ηλίθιος οδηγός έτρεξε μέσα από τη σχολική ζώνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store