coomer
coo
ˈku:
koo
mer
comercoolercootercooper

Ορισμός και σημασία του "coomer"στα αγγλικά

01

εθισμένος στην πορνογραφία, ψυχαναγκαστικός αυνανιστής

a person, usually a man, addicted to pornography and excessive masturbation 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
coomers
αρσενικό ενικό
coomer
neutral form
porn addict
Παραδείγματα
He turned into a total coomer after discovering endless free sites. 

Μετατράπηκε σε έναν ολοκληρωτικό coomer αφού ανακάλυψε ατελείωτες δωρεάν ιστοσελίδες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store