chucklehead
chu
ˈʧʌ
cha
ckle
kəl
kēl
head
ˌhɛd
hed
knucklehead

Ορισμός και σημασία του "chucklehead"στα αγγλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

a foolish, silly, or stupid person 
chucklehead definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chuckleheads
Παραδείγματα
The chucklehead left his wallet on the restaurant table. 

Ο ηλίθιος άφησε το πορτοφόλι του στο τραπέζι του εστιατορίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store