carny
Pronunciation
/kˈɑːɹni/

Ορισμός και σημασία του "carny"στα αγγλικά

01

απατεώνας, αγύρτης

a shady, untrustworthy, or deceitful person
Dialectamerican flagAmerican
carny definition and meaning
offensive
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carnies
Παραδείγματα
The con artist operated like an old-school carny.
Ο απατεώνας λειτουργούσε σαν παλιόσχολος καρνί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store