butterhead
butterhead
bʌtəhɛd
batēhed
butthead

Ορισμός και σημασία του "butterhead"στα αγγλικά

01

άδειο κεφάλι, εγκεφαλικό πουλιού

a stupid or empty-headed person 
butterhead definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
butterheads
Παραδείγματα
The butterhead couldn't remember where he parked the car. 

Ο ηλίθιος δεν μπορούσε να θυμηθεί πού είχε παρκάρει το αυτοκίνητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store