boyfucker
boy
ˈbɔɪ
boy
fu
fa
cker
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "boyfucker"στα αγγλικά

01

παιδόφιλος, βιαστής αγοριών

a person who engages in sexual acts with boys, implying pedophilia 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
boyfuckers
Παραδείγματα
The convicted boyfucker was attacked in prison by other inmates. 

Ο καταδικασμένος παιδόφιλος δέχθηκε επίθεση στη φυλακή από άλλους κρατούμενους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store