bobchin
bob
ˈbɒb
bob
chin
ʧɪn
chin

Ορισμός και σημασία του "bobchin"στα αγγλικά

01

αδύναμο πηγούνι, υποχωρητικό πηγούνι

a person with a small, weak, or receding chin 
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bobchins
Παραδείγματα
The old portrait mocked the nobleman as a bobchin with no jawline. 

Το παλιό πορτρέτο χλεύαζε τον ευγενή ως μπομπτσίν χωρίς γραμμή σαγόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store