Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Blubber butt
01
χοντρός πισινός, λιπαρός γλουτός
a person who is overweight, especially with excess fat on the buttocks
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blubber butts
Παραδείγματα
The kids cruelly called the chubby boy blubber butt on the playground.
Τα παιδιά αποκάλεσαν σκληρά το παχουλό αγόρι φάλαινα οπίσθια στην παιδική χαρά.



























