bitchtits
bitch
ˈbɪʧ
bich
tits
tɪts
tits

Ορισμός και σημασία του "bitchtits"στα αγγλικά

01

θηλυκά στήθη, γυναικείο στήθος

a man with enlarged breasts, often due to fat or gynecomastia 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bitchtits
Παραδείγματα
He avoided swimming because kids kept shouting bitchtits at him. 

Απέφυγε να κολυμπήσει γιατί τα παιδιά συνέχιζαν να του φωνάζουν bitchtits.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store