Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bell-end
01
ηλίθιος, βλάκας
a foolish, stupid, or contemptible person
Dialect
British
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He's a complete bell-end for thinking that lie would work.
Είναι ένας ολοκληρωμένος ηλίθιος που νομίζει ότι αυτό το ψέμα θα λειτουργούσε.
02
βάλανος, κεφαλή του πέους
the head of the penis
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bell-ends
Παραδείγματα
He pulled back the foreskin to expose his bell-end.
Τράβηξε την ακροποσθία προς τα πίσω για να εκθέσει το βάλανο του.



























