assmouth
ass
ɑ:s
aas
mouth
maʊθ
mawth
drouthmouthsouth

Ορισμός και σημασία του "assmouth"στα αγγλικά

01

φλύαρος, αγενής

a loud, obnoxious, or foul-mouthed person 
assmouth definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assmouths
Παραδείγματα
The assmouth at the concert kept yelling during the quiet songs. 

Ο αγενής στη συναυλία συνέχιζε να φωνάζει κατά τη διάρκεια των ήσυχων τραγουδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store