Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Twuntery
01
ανόητη συμπεριφορά, ακραία βλακεία
extremely foolish, stupid, or objectionable behavior
Dialect
British
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Trying to fix the electrics himself was peak twuntery.
Η προσπάθεια να φτιάξει μόνος του την ηλεκτρική εγκατάσταση ήταν η κορυφή της βλακείας.
Λεξικό Δέντρο
twuntery
twunt



























