lick-twat
lick
lɪk
lik
twat
twɒt
tvot

Ορισμός και σημασία του "lick-twat"στα αγγλικά

01

γλειφτής μουνιού, ρουφηχτής πούτσας

a person who performs cunnilingus, often used derogatorily or jokingly 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lick-twats
Παραδείγματα
The lads called him a lick-twat after hearing about his date. 

Τα αγόρια τον αποκάλεσαν γλειφτράκι αφού άκουσαν για το ραντεβού του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store