Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cola nut
01
καρύδι κόλα, κόλα
bitter brown seed containing caffein; source of cola extract
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cola nuts
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καρύδι κόλα, κόλα