Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goat shit
01
κατσικίσιο σκατό, αχρείαστο
something worthless or of no value
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
All his promises turned out to be goat shit.
Όλες οι υποσχέσεις του αποδείχθηκαν κατσικίσιο σκατό.
02
κατσικίσιο κόπρανο, κατσικίσια σκατά
the excrement of a goat
ανεπίσημο
χυδαίο
Παραδείγματα
The trail was covered in goat shit from the herd.
Το μονοπάτι ήταν καλυμμένο με κατσικίσιο κόπρανο από το κοπάδι.
LanGeek



























