assfucker
ass
æs
ās
fu
ˈfə
cker
kɜr
kēr
/ɐsfˈʌkə/

Ορισμός και σημασία του "assfucker"στα αγγλικά

01

μαλάκας, αρχίδι

a nasty, rude, mean, or horrible person
assfucker definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
She 's angry at the cheating assfucker she dated.
Είναι θυμωμένη με τον μαλάκα που έβγαινε.
02

κωλομπατζανάκης, κωλοβιάζης

the active partner in anal intercourse
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assfuckers
Παραδείγματα
The couple experimented with him as the assfucker.
Το ζευγάρι πειραματίστηκε μαζί του ως ο πισινόγαμος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store