Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assfucker
01
μαλάκας, αρχίδι
a nasty, rude, mean, or horrible person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That assfucker made everyone work weekends.
Αυτός ο μαλάκας έκανε όλους να δουλεύουν τα σαββατοκύριακα.
02
κωλομπατζανάκης, κωλοβιάζης
the active partner in anal intercourse
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assfuckers
Παραδείγματα
He prefers being the assfucker in bed.
Προτιμά να είναι ο κωλομπατζανάκης στο κρεβάτι.



























