dickfucker
dick
ˈdɪk
dik
fu
fa
cker
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "dickfucker"στα αγγλικά

01

μαλάκας, αρχίδι

a contemptible person 
dickfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dickfuckers
Παραδείγματα
That dickfucker took the last parking spot and flipped me off. 

Αυτός ο μαλάκας πήρε το τελευταίο θέμα στάθμευσης και μου έκανε χυδαία χειρονομία.

02

πουστης, αδελφός

a homosexual male 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The bigot yelled "dickfucker" at the gay pride parade. 

Ο φανατικός φώναξε "πουστης" στην παρέλαση του gay pride.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store