Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheepfucker
01
γαμηστής προβάτων, βιαστής προβάτων
a person alleged or accused of engaging in sexual acts with animals, especially sheep
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sheepfuckers
Παραδείγματα
He was arrested after being accused of being a sheepfucker.
Συνελήφθη αφού κατηγορήθηκε ότι είναι βιαστής προβάτων.
02
χωριάτης, χωριάταρος
a person stereotyped as backward, stupid, or primitively rural
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He yelled "sheepfucker" at the redneck in the road rage incident.
Φώναξε "sheepfucker" στον redneck στο περιστατικό οδικής οργής.
LanGeek



























