Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rabbitfucker
01
μαλάκας, πάλιο
a despicable or contemptible person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rabbitfuckers
Παραδείγματα
He called the hit-and-run driver a cowardly rabbitfucker.
Αποκάλεσε τον οδηγό που έφυγε από το σημείο του ατυχήματος δειλό και άθλιο άτομο.



























