Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coke
01
κόκα, κόκα-κόλα
a widely recognized slang term predominantly used to denote Coca-Cola, a globally renowned brand of carbonated beverage known for its distinct taste and iconic red branding
02
κοκαΐνη, κόκα
cocaine, a powerful stimulant drug, usually in powder form and often snorted or injected
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cokes
Παραδείγματα
He got caught trying to sell coke at the party.
Τον έπιασαν να προσπαθεί να πουλήσει κοκαΐνη στο πάρτι.
03
κοκ, άνθρακας κοκ
a type of fuel made by heating coal in the absence of air, which results in a solid material high in carbon
Παραδείγματα
The factory burned coke to generate high temperatures.
Το εργοστάσιο έκαιγε κοκ για να παράγει υψηλές θερμοκρασίες.
04
αεριούχο ποτό, σόδα
(Southern US) any kind of soda or soft drink, regardless of brand
αργκό
Παραδείγματα
What kind of coke do you want; Sprite or Dr Pepper?
Τι είδους αναψυκτικό θέλεις; Sprite ή Dr Pepper;
to coke
01
μετατρέπομαι σε κοκ, γίνομαι κοκ
become coke
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coke
γ΄ ενικό πρόσωπο
cokes
ενεστώτα μετοχή
coking
απλός αόριστος
coked
παθητική μετοχή
coked



























