Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fuckery
01
παραλογισμός, χειραγώγηση
frustrating, absurd, or manipulative nonsense
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I'm tired of all this corporate fuckery and empty promises.
Έχω κουραστεί με όλες αυτές τις εταιρικές βλακείες και τις κενές υποσχέσεις.
02
πορνείο, οίκος ανοχής
a brothel or place of prostitution
Dialect
American
παρωχημένο
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Back in the old days, sailors headed straight to the fuckery after docking.
Παλιά, οι ναυτικοί μετά την αγκυροβόληση κατευθύνονταν κατευθείαν στο πορνείο.
03
σεξ, σχέση
sexual intercourse or sexual activity
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
They were upstairs engaged in some loud fuckery all night.
Ήταν στον επάνω όροφο, απασχολημένοι με ένα θορυβώδες γαμήσι όλη τη νύχτα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
upfuckery
fuckery
fuck



























