Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuck over
[phrase form: fuck]
01
εξαπατώ, προδίδω
to deliberately exploit, cheat, or betray someone for personal gain
Dialect
American
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck over
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks over
ενεστώτα μετοχή
fucking over
απλός αόριστος
fucked over
παθητική μετοχή
fucked over
Παραδείγματα
The company fucked over its employees by canceling their health insurance.
Η εταιρεία έκλεψε τους υπαλλήλους της ακυρώνοντας την ασφάλιση υγείας τους.



























