to fuck over
fuck
ˈfʌk
fak
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "fuck over"στα αγγλικά

to fuck over
01

εξαπατώ, προδίδω

to deliberately exploit, cheat, or betray someone for personal gain 
Dialectamerican flagAmerican
to fuck over definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck over
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks over
ενεστώτα μετοχή
fucking over
απλός αόριστος
fucked over
παθητική μετοχή
fucked over
Παραδείγματα
The used car salesman fucked me over by hiding the engine problems. 

Ο πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με εξαπάτησε κρύβοντας τα προβλήματα του κινητήρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store