Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuck over
01
εξαπατώ, προδίδω
to deliberately exploit, cheat, or betray someone for personal gain
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck over
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks over
ενεστώτα μετοχή
fucking over
απλός αόριστος
fucked over
παθητική μετοχή
fucked over
Παραδείγματα
The used car salesman fucked me over by hiding the engine problems.
Ο πωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με εξαπάτησε κρύβοντας τα προβλήματα του κινητήρα.



























