Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
underfucked
01
υπογαμημένος, ανεπαρκώς γαμημένος
not having enough sex or sexual satisfaction
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most underfucked
συγκριτικός βαθμός
more underfucked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, state, emotion
Παραδείγματα
He's been cranky lately – probably underfucked.
Ήταν γκρινιάρης τελευταία – πιθανότατα υπογαμημένος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
underfucked
fucked
fuck



























