Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brotherfucker
01
αδελφογάμηστος, πουτάνας αδελφών
a homosexual man
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brotherfuckers
Παραδείγματα
The drunk redneck yelled "brotherfucker" at the gay couple holding hands.
Ο μεθυσμένος χωριάτης φώναξε « αδελφοπόρνη » στο ομόφυλο ζευγάρι που κρατιόντουσαν χέρια.



























