Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nutjob
01
τρελός, παλαβός
a person who behaves in an irrational, eccentric, or mentally unstable way
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutjobs
Παραδείγματα
Do n't listen to that nutjob on the internet spreading wild theories.
Μην ακούτε εκείνον τον τρελό στο διαδίκτυο που διαδίδει άγριες θεωρίες.
Λεξικό Δέντρο
nutjob
nut
job



























