nutjob
nut
ˈnʌt
nat
job
ʤɒb
job

Ορισμός και σημασία του "nutjob"στα αγγλικά

01

τρελός, παλαβός

a person who behaves in an irrational, eccentric, or mentally unstable way 
nutjob definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nutjobs
Παραδείγματα
The guy screaming at pigeons in the park is a complete nutjob. 

Ο τύπος που φωνάζει στα περιστέρια στο πάρκο είναι ένας πλήρης τρελός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store