Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coincidently
01
συμπτωματικά, κατά σύμπτωση
in a way that happens at the same time as something else
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She met her childhood friend coincidentally at the airport.
Συνάντησε τυχαία τον παιδικό της φίλο στο αεροδρόμιο.
Λεξικό Δέντρο
coincidently
coincident
incident
incid



























