dipshit
dip
ˈdɪp
dip
shit
ˌʃɪt
shit
/dˈɪpʃɪt/

Ορισμός και σημασία του "dipshit"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish, stupid, or contemptible person
dipshit definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dipshits
Παραδείγματα
Stop acting like a dipshit and read the sign.
Σταμάτα να συμπεριφέρεσαι σαν ηλίθιος και διάβασε την πινακίδα.

Λεξικό Δέντρο

dipshit

dip

+

shit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store