Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dipshit
01
ηλίθιος, βλάκας
a foolish, stupid, or contemptible person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dipshits
Παραδείγματα
The dipshit tried to fix the wiring without turning off the power.
Ο ηλίθιος προσπάθησε να διορθώσει την καλωδίωση χωρίς να απενεργοποιήσει την τροφοδοσία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dipshit
dip
shit



























