Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coincide
01
συμπίπτω, ταιριάζω
to occur at the same time as something else
Intransitive: to coincide with an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
coincide
γ΄ ενικό πρόσωπο
coincides
ενεστώτα μετοχή
coinciding
απλός αόριστος
coincided
παθητική μετοχή
coincided
Παραδείγματα
Her birthday coincides with the start of the school year.
Τα γενέθλιά της συμπίπτουν με την αρχή του σχολικού έτους.
02
συμπίπτω, ταιριάζω
to be of the same or similar nature
Intransitive: to coincide | to coincide with sth
Παραδείγματα
Their interests in art and music coincide in many ways.
Τα ενδιαφέροντά τους για την τέχνη και τη μουσική συμπίπτουν σε πολλούς τομείς.
Λεξικό Δέντρο
coincidence
coinciding
coincide



























