Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bogan
01
ένας αγροίκος, ένας χωριάτης
(Australian) an uncultured or unsophisticated person from a working-class background, often associated with vulgar tastes, loud behavior, and lowbrow fashion
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bogans
Παραδείγματα
The neighbors complained about the bogan next door revving his V8 at midnight.
Οι γείτονες παραπονέθηκαν για τον bogan δίπλα που έκανε στροφές τον V8 του τα μεσάνυχτα.



























