Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coiling
01
κουβαριασμένος, σπειροειδής
in the shape of a coil
02
τυλιγμένος, σπειροειδής
eggs of female fish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, reproduction, fish
Coiling
01
κύλισμα, τεχνική του κύλινδρου
a pottery technique that involves creating forms or building up the walls of a pot or sculpture by layering and smoothing coils of clay on top of one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coilings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coiling
coil



























