coiling
coi
ˈkɔɪ
κοϊ
ling
ˌlɪng
λινγκ
/kˈɔ‍ɪlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "coiling"στα αγγλικά

01

κουβαριασμένος, σπειροειδής

in the shape of a coil
coiling definition and meaning
02

τυλιγμένος, σπειροειδής

eggs of female fish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

κύλισμα, τεχνική του κύλινδρου

a pottery technique that involves creating forms or building up the walls of a pot or sculpture by layering and smoothing coils of clay on top of one another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coilings

Λεξικό Δέντρο

coiling
coil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store