coffeecake
co
kɑ:
κα
ffee
fi
φι
cake
keɪk
κεικ
/kˈɒfɪkˌeɪk/

Ορισμός και σημασία του "coffeecake"στα αγγλικά

01

κέικ καφέ, γλυκό ψωμί που σερβίρεται συνήθως με καφέ

a cake or sweet bread usually served with coffee
coffeecake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coffeecakes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store